επίτοκος
•
- λόγιοτο θηλυκό ον (άνθρωπος, ζώο...) που βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο εγκυμοσύνης Βικιλεξικό
- Oι ωδίνες κορυφώνονται, η επίτοκος μεταφέρεται εσπευσμένα στην αίθουσα τοκετού, η αδρεναλίνη περισσεύει. Είναι θέμα δευτερολέπτων να έρθει στη ζωή ένα παιδί μέσα σε φωνές, λυγμούς και ανάσες ανακούφισης. (Εφημερίδα Το Βήμα, 5/12/2010)
Ετυμολογία
επίτοκος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπίτοκος < ἐπί + τόκος (τοκετός) :* Και ουσιαστικοποιημένο θηλυκό.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επίτοκος / επίτοκος / επίτοκο | επίτοκοι / επίτοκοι επίτοκες / επίτοκοι / επίτοκα |
| Γενική | επιτόκου / επίτοκου / επίτοκου | επιτόκων / επίτοκων / επίτοκων |
| Αιτιατική | επίτοκο / επίτοκο / επίτοκο | επιτόκους / επιτόκους επίτοκες / επίτοκους / επίτοκα |
| Κλητική | επίτοκε / επίτοκε επίτοκο / επίτοκε / επίτοκο | επίτοκοι / επίτοκοι επίτοκες / επίτοκοι / επίτοκα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →