ετοιμόγεννος
•
- για γυναίκες και θηλυκά ζώαπου είναι έτοιμη να γεννήσει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ετοιμόγεννος < ελληνιστική κοινή ἑτοιμόγεννος ή (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική Συγχρονικά αναλύεται σε ετοιμό- + γενν(ώ) + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ετοιμόγεννος | ετοιμόγεννη | ετοιμόγεννο |
| Γενική | ετοιμόγεννου | ετοιμόγεννης | ετοιμόγεννου |
| Αιτιατική | ετοιμόγεννο | ετοιμόγεννη | ετοιμόγεννο |
| Κλητική | ετοιμόγεννε | ετοιμόγεννη | ετοιμόγεννο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ετοιμόγεννοι | ετοιμόγεννες | ετοιμόγεννα |
| Γενική | ετοιμόγεννων | ετοιμόγεννων | ετοιμόγεννων |
| Αιτιατική | ετοιμόγεννους | ετοιμόγεννες | ετοιμόγεννα |
| Κλητική | ετοιμόγεννοι | ετοιμόγεννες | ετοιμόγεννα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →