επαγρύπνηση
•
- η φροντίδα και διαρκής προσοχή για να εξασφαλιστεί η προστασία από ενδεχόμενο κακό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επαγρύπνηση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐπαγρύπνη(σις) + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επαγρύπνηση | επαγρυπνήσεις |
| Γενική | επαγρύπνησης | επαγρυπνήσεων |
| Αιτιατική | επαγρύπνηση | επαγρυπνήσεις |
| Κλητική | επαγρύπνηση | επαγρυπνήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →