Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επαγρύπνηση

/e.paˈɣɾi.pni.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η φροντίδα και διαρκής προσοχή για να εξασφαλιστεί η προστασία από ενδεχόμενο κακό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επαγρύπνηση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐπαγρύπνη(σις) + -ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπαγρύπνησηεπαγρυπνήσεις
Γενικήεπαγρύπνησηςεπαγρυπνήσεων
Αιτιατικήεπαγρύπνησηεπαγρυπνήσεις
Κλητικήεπαγρύπνησηεπαγρυπνήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →