επαγωγός
•
- λόγιοκατανοητός Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάθελκτικός, ελκυστικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επαγωγός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπαγωγός < ἐπάγω < ἐπί + ἄγω. Συγχρονικά αναλύεται σε επ- + -αγωγός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επαγωγός | επαγωγός | επαγωγό |
| Γενική | επαγωγού | — | επαγωγού |
| Αιτιατική | επαγωγό | — | επαγωγό |
| Κλητική | επαγωγέ | — | επαγωγό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επαγωγοί | — | επαγωγά |
| Γενική | επαγωγών | — | επαγωγών |
| Αιτιατική | επαγωγούς | — | επαγωγά |
| Κλητική | επαγωγοί | — | επαγωγά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →