Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επαγωγός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοκατανοητός Βικιλεξικό
  2. συνεκδοχικάθελκτικός, ελκυστικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επαγωγός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπαγωγός < ἐπάγω < ἐπί + ἄγω. Συγχρονικά αναλύεται σε επ- + -αγωγός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπαγωγόςεπαγωγόςεπαγωγό
Γενικήεπαγωγού—επαγωγού
Αιτιατικήεπαγωγό—επαγωγό
Κλητικήεπαγωγέ—επαγωγό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπαγωγοί—επαγωγά
Γενικήεπαγωγών—επαγωγών
Αιτιατικήεπαγωγούς—επαγωγά
Κλητικήεπαγωγοί—επαγωγά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →