Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επακουμβώ

ρήμα
•
  1. λόγιοακουμπώ κάτι χωρίς μεγάλες απώλειες ή ζημιές Βικιλεξικό
    • Αναλυτικά στην ανακοίνωση αναφέρεται ότι το τουρκικό πλοίο «προσέγγισε και επακούμβησε με την κανονιοφόρο "Αρματωλός", στη θαλάσσια περιοχή νοτιοανατολικά ν. Μυτιλήνης, εντός Εθνικής Χωρικής Θάλασσας, παραβιάζοντας το Διεθνή Κανονισμό Αποφυγής Σύγκρουσης στη Θάλασσα (ΔΚΑΣ).» (*)

Ετυμολογία

επακουμβώ < μεσαιωνική ελληνική επακουμβίζω / επακουμπίζω < επί + ακουμβίζω / ακουμπίζω < ελληνιστική κοινή ἀκουμβίζω < λατινική accumbo < accubo < ad + cubo < πρωτοϊταλική *kubāō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱewb-

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεπακουμβώεπακουμβείςεπακουμβείεπακουμβούμεεπακουμβείτεεπακουμβούν / επακουμβούνε
Παρατατικόςεπακουμβούσαεπακουμβούσεςεπακουμβούσεεπακουμβούσαμεεπακουμβούσατεεπακουμβούσαν / επακουμβούσανε
Αόριστοςεπακούμβησαεπακούμβησεςεπακούμβησεεπακουμβήσαμεεπακουμβήσατεεπακουμβήσαν / επακουμβήσανε / επακούμβησαν
Μέλλονταςθα επακουμβήσω / θα επακουμβώθα επακουμβήσεις / θα επακουμβείςθα επακουμβήσει / θα επακουμβείθα επακουμβήσουμε / θα επακουμβούμεθα επακουμβήσετε / θα επακουμβείτεθα επακουμβήσουν / θα επακουμβήσουνε / θα επακουμβούν / θα επακουμβούνε
Παρακείμενοςέχω επακουμβήσειέχεις επακουμβήσειέχει επακουμβήσειέχουμε επακουμβήσειέχετε επακουμβήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα επακουμβήσειείχες επακουμβήσειείχε επακουμβήσειείχαμε επακουμβήσει——
Υποτακτικήνα έχω επακουμβήσει / να επακουμβήσω / να επακουμβώνα έχεις επακουμβήσει / να επακουμβήσεις / να επακουμβείςνα έχει επακουμβήσει / να επακουμβήσει / να επακουμβείνα έχουμε επακουμβήσει / να επακουμβήσουμε / να επακουμβούμενα έχετε επακουμβήσει / να επακουμβήσετε / να επακουμβείτενα επακουμβήσουν / να επακουμβήσουνε / να επακουμβούν / να επακουμβούνε
Προστακτική—επακούμβει / επακούμβησε——επακουμβήστε / επακουμβείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →