Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επαναβίωση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ψυχολογίαη εκ νέου έντονη βίωση μιας παλαιότερης εμπειρίας ή γεγονότος μέσα στη μνήμη και το συναίσθημα, σαν να συμβαίνει ξανά στο παρόν Βικιλεξικό
  2. γενικότεραη επανεμφάνιση ή επαναφορά στοιχείων του παρελθόντος στη σύγχρονη ζωή ή πράξη, όπως εθίμων, παραδόσεων ή πολιτισμικών εκδηλώσεων Βικιλεξικό
  3. λόγιοη επιστροφή στη ζωή ύστερα από θάνατο ή κατάσταση που εξομοιώνεται με θάνατο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επαναβίωση < επαναβιώνω + -ση < ελληνιστική κοινή ἐπαναβιόω / ἐπαναβιῶ < αρχαία ελληνική επί + ἀνά + βιόω / βιῶ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπαναβίωσηεπαναβιώσεις
Γενικήεπαναβίωσηςεπαναβιώσεων
Αιτιατικήεπαναβίωσηεπαναβιώσεις
Κλητικήεπαναβίωσηεπαναβιώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →