επαναβίωση
•
- ψυχολογίαη εκ νέου έντονη βίωση μιας παλαιότερης εμπειρίας ή γεγονότος μέσα στη μνήμη και το συναίσθημα, σαν να συμβαίνει ξανά στο παρόν Βικιλεξικό
- γενικότεραη επανεμφάνιση ή επαναφορά στοιχείων του παρελθόντος στη σύγχρονη ζωή ή πράξη, όπως εθίμων, παραδόσεων ή πολιτισμικών εκδηλώσεων Βικιλεξικό
- λόγιοη επιστροφή στη ζωή ύστερα από θάνατο ή κατάσταση που εξομοιώνεται με θάνατο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επαναβίωση < επαναβιώνω + -ση < ελληνιστική κοινή ἐπαναβιόω / ἐπαναβιῶ < αρχαία ελληνική επί + ἀνά + βιόω / βιῶ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επαναβίωση | επαναβιώσεις |
| Γενική | επαναβίωσης | επαναβιώσεων |
| Αιτιατική | επαναβίωση | επαναβιώσεις |
| Κλητική | επαναβίωση | επαναβιώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →