επαναλαμβάνω
•
- λέω ή κάνω κάτι ο ίδιος για δεύτερη φορά Βικιλεξικό
- κάνω επανάληψη μαθήματος, μελετάω ξανά το μάθημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επαναλαμβάνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπαναλαμβάνω < ἐπανα- (επανα-) + λαμβάνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επαναλαμβάνω | επαναλαμβάνεις | επαναλαμβάνει | επαναλαμβάνουμε | επαναλαμβάνετε | επαναλαμβάνουν / επαναλαμβάνουνε |
| Παρατατικός | επαναλάμβανα | επαναλάμβανες | επαναλάμβανε | επαναλαμβάναμε | επαναλαμβάνατε | επαναλάμβαναν / επαναλαμβάναν / επαναλαμβάνανε |
| Αόριστος | επανέλαβα | επανέλαβες | επανέλαβε | επαναλάβαμε | επαναλάβατε | επανέλαβαν / επαναλάβαν / επαναλάβανε |
| Μέλλοντας | θα επαναλάβω / θα επαναλαμβάνω | θα επαναλάβεις / θα επαναλαμβάνεις | θα επαναλάβει / θα επαναλαμβάνει | θα επαναλάβουμε / θα επαναλαμβάνουμε | θα επαναλάβετε / θα επαναλαμβάνετε | θα επαναλάβουν / θα επαναλάβουνε / θα επαναλαμβάνουν / θα επαναλαμβάνουνε |
| Παρακείμενος | έχω επαναλάβει | έχεις επαναλάβει | έχει επαναλάβει | έχουμε επαναλάβει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επαναλάβει | είχες επαναλάβει | είχε επαναλάβει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επαναλάβει / να επαναλάβω / να επαναλαμβάνω | να έχεις επαναλάβει / να επαναλάβεις / να επαναλαμβάνεις | να έχει επαναλάβει / να επαναλάβει / να επαναλαμβάνει | να έχουμε επαναλάβει / να επαναλάβουμε / να επαναλαμβάνουμε | να επαναλάβετε / να επαναλαμβάνετε | να επαναλάβουν / να επαναλάβουνε / να επαναλαμβάνουν / να επαναλαμβάνουνε |
| Προστακτική | — | επανάλαβε / επαναλάμβανε | — | — | επαναλάβετε / επαναλαμβάνετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
επαναλήφθηκαεπαναλαμβάνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →