Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επαναλαμβανόμενος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που επαναλαμβάνεται αρκετές φορές Βικιλεξικό
    • Ο εργολάβος, αφού συμβουλεύτηκε το φασαριόζικο μηχάνημά του, που με τα διαολεμένα επαναλαμβανόμενα βουητά του σε έκανε να σκέφτεσαι ότι κάτω από τα πόδια σου κρύβεται ολόκληρος λόχος με τον εξοπλισμό του, υπέδειξε με την ίδια βεβαιότητα νέο σημείο λίγα μέτρα πιο πέρα. (Κωνσταντίνος Τζαμιώτης, Θα πέσει η νύχτα, εκδ. Μεταίχμιο, 2025)
    • Η επαναλαμβανόμενη ψυχρή σφυρηλασία με ενδιάμεσες ανοπτήσεις για ανακρυστάλλωση γύρω στους 500^οC είναι εντούτοις, η συνήθης τεχνική που χρησιμοποιείται για μπρούτζους μέσης και υψηλής περιεκτικότητας σε κασσίτερο (5-15% Sn) διότι στη διάρκεια της σφυρηλασίας ενδοτραχύνονται ισχυρά και χρειάζονται ενδιάμεση ανόπτηση για ανακρυστάλλωση προς αποκατάσταση της αρχικής τους ολκιμότητας. (Γιώργος Παπαδημητρίου, Αρχαιομετρικές μελέτες για την ελληνική προϊστορία και αρχαιότητα, επιμέλεια Γιάννης Βασιλάκος, Γιώργος Φακορέλλης, Ελληνική Αρχαιομετρική Εταιρεία, 2001, σελ. 599-600)
  2. μαθηματικάεπαναλαμβανόμενος περιοδικά, ρητός αριθμός του οποίου τα δεκαδικά ψηφία επαναλαμβάνονται περιοδικά στο άπειρο Βικιλεξικό
    • 2/3=0,66666... και συμβολίζεται: 2/3=0,̄6
    • όπως και (22)/7=3,142857142857142857142857... και συμβολίζεται: (22)/7=3,̄1̄4̄2̄8̄5̄7

Ετυμολογία

επαναλαμβανόμενος < μετοχή παθητικού ενεστώτα επαναλαμβάνομαι

Άλλοι τύποι

επαναλαμβανόμεναεπαναλαμβανόμενεεπαναλαμβανόμενεςεπαναλαμβανόμενηεπαναλαμβανόμενηςεπαναλαμβανόμενοεπαναλαμβανόμενοιεπαναλαμβανόμενοςεπαναλαμβανόμενουεπαναλαμβανόμενουςεπαναλαμβανόμενων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →