Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επαναξιολόγηση

/e.pa.na.ksi.oˈlo.ʝi.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. αξιολόγηση εκ νέου Βικιλεξικό
    • Συνεπώς, στο πλαίσιο της συνολικής επαναξιολόγησης, μήπως ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης οφείλει να επαναξιολογήσει και τη διαφωνία του για την αποστολή στρατιωτικού υλικού από την Ελλάδα; Διότι καλή είναι η επαναξιολόγηση των άλλων, χρησιμότερη όμως είναι η επαναξιολόγηση του εαυτού μας.

Ετυμολογία

επαναξιολόγηση < επαν- + αξιολόγηση, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική reevaluation ή μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική réévaluation.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπαναξιολόγησηεπαναξιολογήσεις
Γενικήεπαναξιολόγησηςεπαναξιολογήσεων
Αιτιατικήεπαναξιολόγησηεπαναξιολογήσεις
Κλητικήεπαναξιολόγησηεπαναξιολογήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →