Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επαναπροωθώ

ρήμα
•
  1. προωθώ εκ νέου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επαναπροωθώ < επανα- + προωθώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεπαναπροωθώεπαναπροωθείςεπαναπροωθείεπαναπροωθούμεεπαναπροωθείτεεπαναπροωθούν / επαναπροωθούνε
Παρατατικόςεπαναπροωθούσαεπαναπροωθούσεςεπαναπροωθούσεεπαναπροωθούσαμεεπαναπροωθούσατεεπαναπροωθούσαν / επαναπροωθούσανε
Αόριστοςεπαναπροώθησαεπαναπροώθησεςεπαναπροώθησεεπαναπροωθήσαμεεπαναπροωθήσατεεπαναπροωθήσαν / επαναπροωθήσανε / επαναπροώθησαν
Μέλλονταςθα επαναπροωθήσω / θα επαναπροωθώθα επαναπροωθήσεις / θα επαναπροωθείςθα επαναπροωθήσει / θα επαναπροωθείθα επαναπροωθήσουμε / θα επαναπροωθούμεθα επαναπροωθήσετε / θα επαναπροωθείτεθα επαναπροωθήσουν / θα επαναπροωθήσουνε / θα επαναπροωθούν / θα επαναπροωθούνε
Παρακείμενοςέχω επαναπροωθήσειέχεις επαναπροωθήσειέχει επαναπροωθήσειέχουμε επαναπροωθήσειέχετε επαναπροωθήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα επαναπροωθήσειείχες επαναπροωθήσειείχε επαναπροωθήσειείχαμε επαναπροωθήσει——
Υποτακτικήνα έχω επαναπροωθήσει / να επαναπροωθήσω / να επαναπροωθώνα έχεις επαναπροωθήσει / να επαναπροωθήσεις / να επαναπροωθείςνα έχει επαναπροωθήσει / να επαναπροωθήσει / να επαναπροωθείνα έχουμε επαναπροωθήσει / να επαναπροωθήσουμε / να επαναπροωθούμενα έχετε επαναπροωθήσει / να επαναπροωθήσετε / να επαναπροωθείτενα επαναπροωθήσουν / να επαναπροωθήσουνε / να επαναπροωθούν / να επαναπροωθούνε
Προστακτική—επαναπροώθει / επαναπροώθησε——επαναπροωθήστε / επαναπροωθείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →