επαναπροωθώ
•
- προωθώ εκ νέου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επαναπροωθώ < επανα- + προωθώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επαναπροωθώ | επαναπροωθείς | επαναπροωθεί | επαναπροωθούμε | επαναπροωθείτε | επαναπροωθούν / επαναπροωθούνε |
| Παρατατικός | επαναπροωθούσα | επαναπροωθούσες | επαναπροωθούσε | επαναπροωθούσαμε | επαναπροωθούσατε | επαναπροωθούσαν / επαναπροωθούσανε |
| Αόριστος | επαναπροώθησα | επαναπροώθησες | επαναπροώθησε | επαναπροωθήσαμε | επαναπροωθήσατε | επαναπροωθήσαν / επαναπροωθήσανε / επαναπροώθησαν |
| Μέλλοντας | θα επαναπροωθήσω / θα επαναπροωθώ | θα επαναπροωθήσεις / θα επαναπροωθείς | θα επαναπροωθήσει / θα επαναπροωθεί | θα επαναπροωθήσουμε / θα επαναπροωθούμε | θα επαναπροωθήσετε / θα επαναπροωθείτε | θα επαναπροωθήσουν / θα επαναπροωθήσουνε / θα επαναπροωθούν / θα επαναπροωθούνε |
| Παρακείμενος | έχω επαναπροωθήσει | έχεις επαναπροωθήσει | έχει επαναπροωθήσει | έχουμε επαναπροωθήσει | έχετε επαναπροωθήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επαναπροωθήσει | είχες επαναπροωθήσει | είχε επαναπροωθήσει | είχαμε επαναπροωθήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επαναπροωθήσει / να επαναπροωθήσω / να επαναπροωθώ | να έχεις επαναπροωθήσει / να επαναπροωθήσεις / να επαναπροωθείς | να έχει επαναπροωθήσει / να επαναπροωθήσει / να επαναπροωθεί | να έχουμε επαναπροωθήσει / να επαναπροωθήσουμε / να επαναπροωθούμε | να έχετε επαναπροωθήσει / να επαναπροωθήσετε / να επαναπροωθείτε | να επαναπροωθήσουν / να επαναπροωθήσουνε / να επαναπροωθούν / να επαναπροωθούνε |
| Προστακτική | — | επαναπροώθει / επαναπροώθησε | — | — | επαναπροωθήστε / επαναπροωθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →