Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επαναπροώθηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γενικότεραη εκ νέου προώθηση Βικιλεξικό
  2. ειδικότερακίνηση επιστροφής ατόμων —κυρίως προσφύγων ή μεταναστών— στη χώρα απ’ όπου προήλθαν, χωρίς να έχουν εξεταστεί οι ατομικές τους ανάγκες για προστασία ή άσυλο, με τρόπο που συχνά χαρακτηρίζεται καταχρηστικός ή παράνομος και παραβιάζει τη διεθνή αρχή της μη επαναπροώθησης (non-refoulement) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επαναπροώθηση < επαναπροωθώ + -ση (2. μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική pushback)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπαναπροώθησηεπαναπροωθήσεις
Γενικήεπαναπροώθησηςεπαναπροωθήσεων
Αιτιατικήεπαναπροώθησηεπαναπροωθήσεις
Κλητικήεπαναπροώθησηεπαναπροωθήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →