επαναπροώθηση
•
- γενικότεραη εκ νέου προώθηση Βικιλεξικό
- ειδικότερακίνηση επιστροφής ατόμων —κυρίως προσφύγων ή μεταναστών— στη χώρα απ’ όπου προήλθαν, χωρίς να έχουν εξεταστεί οι ατομικές τους ανάγκες για προστασία ή άσυλο, με τρόπο που συχνά χαρακτηρίζεται καταχρηστικός ή παράνομος και παραβιάζει τη διεθνή αρχή της μη επαναπροώθησης (non-refoulement) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επαναπροώθηση < επαναπροωθώ + -ση (2. μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική pushback)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επαναπροώθηση | επαναπροωθήσεις |
| Γενική | επαναπροώθησης | επαναπροωθήσεων |
| Αιτιατική | επαναπροώθηση | επαναπροωθήσεις |
| Κλητική | επαναπροώθηση | επαναπροωθήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →