επαναστατώ
•
- ξεσηκώνομαι, αντιδρώ απέναντι σε μια καταπιεστική πολιτική εξουσία Βικιλεξικό
- Πολλοί περίμεναν ότι ο λαός θα επαναστατούσε αντιδρώντας με πάθος στα μέτρα του μνημονίου
- προσπαθώ να ανατρέψω ένα καταπιεστικό καθεστώς και να επιβάλω άλλο πολίτευμα Βικιλεξικό
- Οι προλετάριοι της Κίνας επαναστάτησαν και έφεραν στην εξουσία το κομμουνιστικό κόμμα
- μεταφορικάεξεγείρομαι για ζητήματα που με δεσμεύουν και με καταπιέζουν σε προσωπικό, εργασιακό, οικογενειακό επιπεδο Βικιλεξικό
- Βαρέθηκε να είναι το παιδί για τα θελήματα και επαναστάτησε θυμίζοντάς τους ότι είχε κι ένα πτυχίο
- Επαναστάτησε και είπε "Σκασμός εσύ Αντωνάκη μου!"
Ετυμολογία
επαναστατώ < αρχαία ελληνική ἐπανάστασις <ἐπανίστημι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →