επανάσταση
•
- ιστορίαη εξέγερση κοινωνικών ομάδων ή λαών, με στόχους την απελευθέρωση από κάποιον δυνάστη, την ένωση με κάποια κρατική οντότητα, την απόκτηση της εξουσίας και την πραγματοποίηση αλλαγών στον οικονομικό, πολιτισμικό και άλλους τομείς Βικιλεξικό
- καταχρηστικάστάση, κίνημα, κίνηση, πραξικόπημα Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηαντίδραση σε κάποια καταπιεστική κατάσταση Βικιλεξικό
- μεταφορικάμεγάλη αλλαγή ή καινοτομία σε κάποιον τομέα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επανάσταση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπανάστα(σις) + -ση < ἐπανίστημι < (επανά-) ἐπί + ἀνίστημι < ἀνά + ἵστημι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *stísteh₂- < *steh₂-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επανάσταση | επαναστάσεις |
| Γενική | επανάστασης | επαναστάσεων |
| Αιτιατική | επανάσταση | επαναστάσεις |
| Κλητική | επανάσταση | επαναστάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →