επαναχαράσσω
•
- λόγιοχαράζω ξανά γραμμή, όριο, σύνορο, πορεία ή άλλο γεωγραφικό ή τεχνικό στοιχείο Βικιλεξικό
- λόγιοδημιουργώ εκ νέου τις αυλακώσεις σε ελαστικό, ώστε να παρατείνω τη χρήση του. Βικιλεξικό
- μεταφορικάανασχεδιάζω ή αναθεωρώ πολιτική, στρατηγική ή σχέδιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επαναχαράσσω < επανα- + χαράσσω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επαναχαράσσω | επαναχαράσσεις | επαναχαράσσει | επαναχαράσσουμε | επαναχαράσσετε | επαναχαράσσουν / επαναχαράσσουνε |
| Παρατατικός | επαναχάρασσα | επαναχάρασσες | επαναχάρασσε | επαναχαράσσαμε | επαναχαράσσατε | επαναχάρασσαν / επαναχαράσσαν / επαναχαράσσανε |
| Αόριστος | επαναχάραξα | επαναχάραξες | επαναχάραξε | επαναχαράξαμε | επαναχαράξατε | επαναχάραξαν / επαναχαράξαν / επαναχαράξανε |
| Μέλλοντας | θα επαναχαράξω / θα επαναχαράσσω | θα επαναχαράξεις / θα επαναχαράσσεις | θα επαναχαράξει / θα επαναχαράσσει | θα επαναχαράξουμε / θα επαναχαράσσουμε | θα επαναχαράξετε / θα επαναχαράσσετε | θα επαναχαράξουν / θα επαναχαράξουνε / θα επαναχαράσσουν / θα επαναχαράσσουνε |
| Παρακείμενος | έχω επαναχαράξει | έχεις επαναχαράξει | έχει επαναχαράξει | έχουμε επαναχαράξει | έχετε επαναχαράξει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επαναχαράξει | είχες επαναχαράξει | είχε επαναχαράξει | είχαμε επαναχαράξει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επαναχαράξει / να επαναχαράξω / να επαναχαράσσω | να έχεις επαναχαράξει / να επαναχαράξεις / να επαναχαράσσεις | να έχει επαναχαράξει / να επαναχαράξει / να επαναχαράσσει | να έχουμε επαναχαράξει / να επαναχαράξουμε / να επαναχαράσσουμε | να έχετε επαναχαράξει / να επαναχαράξετε / να επαναχαράσσετε | να επαναχαράξουν / να επαναχαράξουνε / να επαναχαράσσουν / να επαναχαράσσουνε |
| Προστακτική | — | επαναχάραξε / επαναχάρασσε | — | — | επαναχαράξτε / επαναχαράσσετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →