Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επανενεργοποίηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η εκ νέου ενεργοποίηση μετά από παύση δραστηριότητας ή ενεργειών ή λειτουργίας συσκευών, δικτύων κ.λπ. Βικιλεξικό
  2. η έξοδος από την αδράνεια (ατόμου, τομέα, επιχείρησης) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επανενεργοποίηση < επαν- + ενεργοποίηση ή επανενεργοποιώ επανενεργοποιη- + -ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπανενεργοποίησηεπανενεργοποιήσεις
Γενικήεπανενεργοποίησηςεπανενεργοποιήσεων
Αιτιατικήεπανενεργοποίησηεπανενεργοποιήσεις
Κλητικήεπανενεργοποίησηεπανενεργοποιήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →