επανενεργοποίηση
•
- η εκ νέου ενεργοποίηση μετά από παύση δραστηριότητας ή ενεργειών ή λειτουργίας συσκευών, δικτύων κ.λπ. Βικιλεξικό
- η έξοδος από την αδράνεια (ατόμου, τομέα, επιχείρησης) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επανενεργοποίηση < επαν- + ενεργοποίηση ή επανενεργοποιώ επανενεργοποιη- + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επανενεργοποίηση | επανενεργοποιήσεις |
| Γενική | επανενεργοποίησης | επανενεργοποιήσεων |
| Αιτιατική | επανενεργοποίηση | επανενεργοποιήσεις |
| Κλητική | επανενεργοποίηση | επανενεργοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →