ενέργεια
•
- η ανθρώπινη πράξη Βικιλεξικό
- φυσικήη θεμελιώδης ποσότητα που χαρακτηρίζει ένα σώμα ή χώρο που μπορεί να μεταβάλλει κάποιο άλλο σώμα ή να μεταβληθεί Βικιλεξικό
- Στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού Green Deal και της μετάβασης προς μια οικονομία ουδέτερου ισοζυγίου άνθρακα έως το 2050, με όχημα της Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, η αποθήκευση ενέργειας με τη μέθοδο της αντλησιοταμίευσης θεωρείται κομβική (Αντλησιοταμίευση: Τι είναι και πως θα αλλάξει το ενεργειακό μας τοπίο, Το Βήμα, 16/08/2022 https://www.tovima.gr/print/finance/ora-miden-gia-tin-apothikeysi-energeias/)
- μεταφορικάενεργητικότητα, ζωντάνια Βικιλεξικό
- Είναι γεμάτος ενέργεια.
- επενέργεια, επίδραση, δραστικότητα Βικιλεξικό
- ανεπιθύμητη ενέργεια φαρμάκου (παρενέργεια)
Ετυμολογία
ενέργεια < σημασία 1: αρχαία ελληνική ἐνέργεια : σημασίες 2 και 3: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική énergie και αγγλική energy < υστερολατινική energeia > αρχαία ελληνική ἐνέργεια : σημασία 4: κατά την σημασία «επιδρώ» (για φάρμακο, ουσία) του ρήματος «ενεργώ»
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ενέργεια | ενέργειες |
| Γενική | ενέργειας | ενεργειών |
| Αιτιατική | ενέργεια | ενέργειες |
| Κλητική | ενέργεια | ενέργειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →