Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επανεπίχωση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γεωλογίαη εκ νέου ή από την αρχή σταδιακή κάλυψη ενός εδαφικού στρώματος από ένα άλλο Βικιλεξικό
    • Θα ακολουθήσουν πολύπλοκες εργασίες επιχώματα, λιθορριπές προστασίας, εκσκαφές, κατασκευή πρανών, τοιχίων, δαπέδων αλλά και επανεπιχώσεις , διαστρώσεις με γεωύφασμα, τοποθέτηση γεώσακων, κατασκευή οπλισμένου επιχώματος κ.ά.) προκειμένου να ολοκληρωθεί το έργο. (*)

Ετυμολογία

επανεπίχωση < επαν- + επίχωση < (ελληνιστική κοινή) ἐπίχωσις + -ση < ἐπιχώννυμι < χώννυμι < χόω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπανεπίχωσηεπανεπιχώσεις
Γενικήεπανεπίχωσηςεπανεπιχώσεων
Αιτιατικήεπανεπίχωσηεπανεπιχώσεις
Κλητικήεπανεπίχωσηεπανεπιχώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →