Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χώμα

/ˈxo.ma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το λεπτόκοκκο στερεό υλικό που καλύπτει την επιφάνεια πλανητών Βικιλεξικό
    • η πιο απλή συνταγή για λάσπη είναι χώμα και νερό
    • Με τις χύτρες που τρώγαμε φαΐ, κάναμε ουρά να πάρουμε νερό από τη θάλασσα και το ανεβάζαμε να πλύνουμε τους καμπινέδες πάνω στο βουνό για να φύγουνε οι ακαθαρσίες για να μη μας φάει η μύγα. Η μύγα σύννεφο. Και μέσα σ’ όλο αυτό πιάνει κι ένα χαμψίνι. Για να πάρεις το φαΐ σου από το μαγειρείο, εκεί που το μοιράζανε, και για να πας στο τσαντίρι σου γέμιζε χώμα και μύγες. Κόλαση πραγματική. (Στη Γυάρο το ‘67, alithia.gr, 22/04/2024 https://www.alithia.gr/kathimerina/sti-gyaro-67)
  2. (στον πληθυντικό) χώματα: ποσότητα από χώμα Βικιλεξικό
    • γέμισε η αυλή χώματα
  3. το έδαφος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χώμα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χῶμα < χώννυμι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχώμαχώματα
Γενικήχώματοςχωμάτων
Αιτιατικήχώμαχώματα
Κλητικήχώμαχώματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →