χώμα
•
- το λεπτόκοκκο στερεό υλικό που καλύπτει την επιφάνεια πλανητών Βικιλεξικό
- η πιο απλή συνταγή για λάσπη είναι χώμα και νερό
- Με τις χύτρες που τρώγαμε φαΐ, κάναμε ουρά να πάρουμε νερό από τη θάλασσα και το ανεβάζαμε να πλύνουμε τους καμπινέδες πάνω στο βουνό για να φύγουνε οι ακαθαρσίες για να μη μας φάει η μύγα. Η μύγα σύννεφο. Και μέσα σ’ όλο αυτό πιάνει κι ένα χαμψίνι. Για να πάρεις το φαΐ σου από το μαγειρείο, εκεί που το μοιράζανε, και για να πας στο τσαντίρι σου γέμιζε χώμα και μύγες. Κόλαση πραγματική. (Στη Γυάρο το ‘67, alithia.gr, 22/04/2024 https://www.alithia.gr/kathimerina/sti-gyaro-67)
- (στον πληθυντικό) χώματα: ποσότητα από χώμα Βικιλεξικό
- γέμισε η αυλή χώματα
- το έδαφος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χώμα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χῶμα < χώννυμι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χώμα | χώματα |
| Γενική | χώματος | χωμάτων |
| Αιτιατική | χώμα | χώματα |
| Κλητική | χώμα | χώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →