επανεπικαιροποιώ
•
- λόγιοεπικαιροποιώ εκ νέου πληροφορία, κείμενο, στοιχείο ή δεδομένα, ώστε να ανταποκρίνονται στις νεότερες εξελίξεις Βικιλεξικό
- Είναι πολύ ελκυστικές τέτοιες παρωδίες καθώς αναπλαισιώνοντας την πρωτότυπη ιστορία, την επανεπικαιροποιούν και την κάνουν διαχρονική, έστω και σε πολλαπλές εκδοχές. Τα παραμύθια, ωστόσο, έχουν έτσι κι αλλιώς διαχρονική αξία. (www.efsyn.gr, 14.07.2020)
- λόγιοαναθεωρώ ή προσαρμόζω εκ νέου σχέδιο, πρόγραμμα, πολιτική ή διαδικασία, ώστε να παραμένουν κατάλληλα για τις ισχύουσες συνθήκες. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επανεπικαιροποιώ < επαν- + επικαιροποιώ (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική réactualiser)
Άλλοι τύποι
επανεπικαιροποίειςεπανεπικαιροποίεωνεπανεπικαιροποιηεπανεπικαιροποιης
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →