επανιδρύω
•
- ιδρύω ξανά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επανιδρύω < επαν- + ιδρύω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική reconstituer)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επανιδρύω | επανιδρύεις | επανιδρύει | επανιδρύουμε | επανιδρύετε | επανιδρύουν / επανιδρύουνε |
| Παρατατικός | επανίδρυα | επανίδρυες | επανίδρυε | επανιδρύαμε | επανιδρύατε | επανίδρυαν / επανιδρύαν / επανιδρύανε |
| Αόριστος | επανίδρυσα | επανίδρυσες | επανίδρυσε | επανιδρύσαμε | επανιδρύσατε | επανίδρυσαν / επανιδρύσαν / επανιδρύσανε |
| Μέλλοντας | θα επανιδρύσω / θα επανιδρύω | θα επανιδρύεις / θα επανιδρύσεις | θα επανιδρύει / θα επανιδρύσει | θα επανιδρύουμε / θα επανιδρύσουμε | θα επανιδρύετε / θα επανιδρύσετε | θα επανιδρύουν / θα επανιδρύουνε / θα επανιδρύσουν / θα επανιδρύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω επανιδρύσει | έχεις επανιδρύσει | έχει επανιδρύσει | έχουμε επανιδρύσει | έχετε επανιδρύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επανιδρύσει | είχες επανιδρύσει | είχε επανιδρύσει | είχαμε επανιδρύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επανιδρύσει / να επανιδρύσω / να επανιδρύω | να έχεις επανιδρύσει / να επανιδρύεις / να επανιδρύσεις | να έχει επανιδρύσει / να επανιδρύει / να επανιδρύσει | να έχουμε επανιδρύσει / να επανιδρύουμε / να επανιδρύσουμε | να έχετε επανιδρύσει / να επανιδρύετε / να επανιδρύσετε | να επανιδρύουν / να επανιδρύουνε / να επανιδρύσουν / να επανιδρύσουνε |
| Προστακτική | — | επανίδρυε / επανίδρυσε | — | — | επανιδρύετε / επανιδρύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →