ιδρύω
•
- δημιουργώ, παίρνω την πρωτοβουλία της δημιουργίας για Βικιλεξικό
- νομικό πρόσωπο ή οργανισμό
- πόλη (χτίζω)
- κοινόχρηστο οικοδόμημα (χτίζω)
Ετυμολογία
ιδρύω < αρχαία ελληνική ἱδρύω < πρωτοελληνική *heďďomai < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sed-ye- < *sed- (κάθομαι)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ιδρύω | ιδρύεις | ιδρύει | ιδρύουμε | ιδρύετε | ιδρύουν / ιδρύουνε |
| Παρατατικός | ίδρυα | ίδρυες | ίδρυε | ιδρύαμε | ιδρύατε | ίδρυαν / ιδρύαν / ιδρύανε |
| Αόριστος | ίδρυσα | ίδρυσες | ίδρυσε | ιδρύσαμε | ιδρύσατε | ίδρυσαν / ιδρύσαν / ιδρύσανε |
| Μέλλοντας | θα ιδρύσω / θα ιδρύω | θα ιδρύεις / θα ιδρύσεις | θα ιδρύει / θα ιδρύσει | θα ιδρύουμε / θα ιδρύσουμε | θα ιδρύετε / θα ιδρύσετε | θα ιδρύουν / θα ιδρύουνε / θα ιδρύσουν / θα ιδρύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ιδρύσει | έχεις ιδρύσει | έχει ιδρύσει | έχουμε ιδρύσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ιδρύσει | είχες ιδρύσει | είχε ιδρύσει | είχαμε ιδρύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ιδρύσει / να ιδρύσω / να ιδρύω | να έχεις ιδρύσει / να ιδρύεις / να ιδρύσεις | να έχει ιδρύσει / να ιδρύει / να ιδρύσει | να έχουμε ιδρύσει / να ιδρύουμε / να ιδρύσουμε | να ιδρύετε / να ιδρύσετε | να ιδρύουν / να ιδρύουνε / να ιδρύσουν / να ιδρύσουνε |
| Προστακτική | — | ίδρυε / ίδρυσε | — | — | ιδρύετε / ιδρύστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ιδρύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →