Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επανορθωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την επανόρθωση, συντελεί ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επανορθωτικός < επανορθώνω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπανορθωτικόςεπανορθωτικήεπανορθωτικό
Γενικήεπανορθωτικούεπανορθωτικήςεπανορθωτικού
Αιτιατικήεπανορθωτικόεπανορθωτικήεπανορθωτικό
Κλητικήεπανορθωτικέεπανορθωτικήεπανορθωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπανορθωτικοίεπανορθωτικέςεπανορθωτικά
Γενικήεπανορθωτικώνεπανορθωτικώνεπανορθωτικών
Αιτιατικήεπανορθωτικούςεπανορθωτικέςεπανορθωτικά
Κλητικήεπανορθωτικοίεπανορθωτικέςεπανορθωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →