επανορθωτικός
•
- που έχει σχέση με την επανόρθωση, συντελεί ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επανορθωτικός < επανορθώνω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επανορθωτικός | επανορθωτική | επανορθωτικό |
| Γενική | επανορθωτικού | επανορθωτικής | επανορθωτικού |
| Αιτιατική | επανορθωτικό | επανορθωτική | επανορθωτικό |
| Κλητική | επανορθωτικέ | επανορθωτική | επανορθωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επανορθωτικοί | επανορθωτικές | επανορθωτικά |
| Γενική | επανορθωτικών | επανορθωτικών | επανορθωτικών |
| Αιτιατική | επανορθωτικούς | επανορθωτικές | επανορθωτικά |
| Κλητική | επανορθωτικοί | επανορθωτικές | επανορθωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →