επανορθώνω
•
- ξαναφέρνω κάτι σε μια καλύτερη κατάσταση που βρίσκονταν κατά το παρελθόν Βικιλεξικό
- ελαττώνω τις αρνητικές επιπτώσεις μιας ενέργειας με άλλη μου ενέργεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επανορθώνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπανορθόω / ἐπανορθ(ῶ) + -ώνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επανορθώνω | επανορθώνεις | επανορθώνει | επανορθώνουμε | επανορθώνετε | επανορθώνουν / επανορθώνουνε |
| Παρατατικός | επανόρθωνα | επανόρθωνες | επανόρθωνε | επανορθώναμε | επανορθώνατε | επανορθώναν / επανορθώνανε / επανόρθωναν |
| Αόριστος | επανόρθωσα | επανόρθωσες | επανόρθωσε | επανορθώσαμε | επανορθώσατε | επανορθώσαν / επανορθώσανε / επανόρθωσαν |
| Μέλλοντας | θα επανορθώνω / θα επανορθώσω | θα επανορθώνεις / θα επανορθώσεις | θα επανορθώνει / θα επανορθώσει | θα επανορθώνουμε / θα επανορθώσουμε | θα επανορθώνετε / θα επανορθώσετε | θα επανορθώνουν / θα επανορθώνουνε / θα επανορθώσουν / θα επανορθώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω επανορθώσει | έχεις επανορθώσει | έχει επανορθώσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επανορθώσει | είχες επανορθώσει | είχε επανορθώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επανορθώσει / να επανορθώνω / να επανορθώσω | να έχεις επανορθώσει / να επανορθώνεις / να επανορθώσεις | να έχει επανορθώσει / να επανορθώνει / να επανορθώσει | να επανορθώνουμε / να επανορθώσουμε | να επανορθώνετε / να επανορθώσετε | να επανορθώνουν / να επανορθώνουνε / να επανορθώσουν / να επανορθώσουνε |
| Προστακτική | — | έχε επανορθωμένο / επανόρθωνε / επανόρθωσε | — | — | επανορθώνετε / επανορθώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
επανορθώθηκαεπανορθώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →