Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επαπειλούμενος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου κινδυνεύει να γίνει, που, όπως φαίνεται, πρόκειται άμεσα να συμβεί και δεν είναι καλό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επαπειλούμενος < μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος επαπειλώ

Άλλοι τύποι

επαπειλούμεναεπαπειλούμενεεπαπειλούμενεςεπαπειλούμενηεπαπειλούμενηςεπαπειλούμενοεπαπειλούμενοιεπαπειλούμενοςεπαπειλούμενουεπαπειλούμενουςεπαπειλούμενων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →