επαπειλούμενος
•
- λόγιοπου κινδυνεύει να γίνει, που, όπως φαίνεται, πρόκειται άμεσα να συμβεί και δεν είναι καλό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επαπειλούμενος < μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος επαπειλώ
Άλλοι τύποι
επαπειλούμεναεπαπειλούμενεεπαπειλούμενεςεπαπειλούμενηεπαπειλούμενηςεπαπειλούμενοεπαπειλούμενοιεπαπειλούμενοςεπαπειλούμενουεπαπειλούμενουςεπαπειλούμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →