επαπειλώ
•
- λόγιοαπειλώ εμφατικά ή έντονα κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επαπειλώ < αρχαία ελληνική ἐπαπειλέω / ἐπαπειλῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επαπειλώ | επαπειλείς | επαπειλεί | επαπειλούμε | επαπειλείτε | επαπειλούν / επαπειλούνε |
| Παρατατικός | επαπειλούσα | επαπειλούσες | επαπειλούσε | επαπειλούσαμε | επαπειλούσατε | επαπειλούσαν / επαπειλούσανε |
| Αόριστος | επαπείλησα | επαπείλησες | επαπείλησε | επαπειλήσαμε | επαπειλήσατε | επαπείλησαν / επαπειλήσαν / επαπειλήσανε |
| Μέλλοντας | θα επαπειλήσω / θα επαπειλώ | θα επαπειλήσεις / θα επαπειλείς | θα επαπειλήσει / θα επαπειλεί | θα επαπειλήσουμε / θα επαπειλούμε | θα επαπειλήσετε / θα επαπειλείτε | θα επαπειλήσουν / θα επαπειλήσουνε / θα επαπειλούν / θα επαπειλούνε |
| Παρακείμενος | έχω επαπειλήσει | έχεις επαπειλήσει | έχει επαπειλήσει | έχουμε επαπειλήσει | έχετε επαπειλήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επαπειλήσει | είχες επαπειλήσει | είχε επαπειλήσει | είχαμε επαπειλήσει | είχατε επαπειλήσει | — |
| Υποτακτική | να έχω επαπειλήσει / να επαπειλήσω / να επαπειλώ | να έχεις επαπειλήσει / να επαπειλήσεις / να επαπειλείς | να έχει επαπειλήσει / να επαπειλήσει / να επαπειλεί | να έχουμε επαπειλήσει / να επαπειλήσουμε / να επαπειλούμε | να έχετε επαπειλήσει / να επαπειλήσετε / να επαπειλείτε | να επαπειλήσουν / να επαπειλήσουνε / να επαπειλούν / να επαπειλούνε |
| Προστακτική | — | επαπείλησε | — | — | επαπειλήστε / επαπειλείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →