επαφίεμαι
•
- αφήνω τον εαυτό μου σε κάποιον ή κάτι, εμπιστεύομαι Βικιλεξικό
- H τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Eλλήνων. (Σύνταγμα της Ελλάδας, όπως αναθεωρήθηκε με το Ψήφισμα της 27ης Μαΐου 2008 της Η΄ Αναθεωρητικής Bουλής των Ελλήνων, άρθρο 120.4)
- Ο προσδιορισμός των «λόγων δημοσίας τάξης» που μπορούν να εμποδίζουν την επιστροφή ενός απελαθέντος επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του αρμόδιου για την λήψη της σχετικής απόφασης οργάνου, στο οποίο οφείλει να αναγνωρισθεί καταρχήν ένα ευρύ περιθώριο εκτίμησης. (Ιωάννης Ν. Ανδρουλάκης, Η εκτέλεση της δικαστικής απέλασης και η άρση των συνεπειών της, εκδ. Πατάκης, 2017, σελ. 209)
Ετυμολογία
επαφίεμαι < αρχαία ελληνική ἐπαφίημι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →