επαφή
•
- η θέση δύο σωμάτων όπου ακουμπά το ένα το άλλο Βικιλεξικό
- μεταφορικάη επικοινωνία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επαφή < αρχαία ελληνική ἐπαφή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επαφή | επαφές |
| Γενική | επαφής | επαφών |
| Αιτιατική | επαφή | επαφές |
| Κλητική | επαφή | επαφές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →