Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επαφή

/e.paˈfi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η θέση δύο σωμάτων όπου ακουμπά το ένα το άλλο Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάη επικοινωνία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επαφή < αρχαία ελληνική ἐπαφή

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπαφήεπαφές
Γενικήεπαφήςεπαφών
Αιτιατικήεπαφήεπαφές
Κλητικήεπαφήεπαφές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →