Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επεμβατικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με επέμβαση, συντελεί ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επεμβατικός < επεμβαίνω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπεμβατικόςεπεμβατικήεπεμβατικό
Γενικήεπεμβατικούεπεμβατικήςεπεμβατικού
Αιτιατικήεπεμβατικόεπεμβατικήεπεμβατικό
Κλητικήεπεμβατικέεπεμβατικήεπεμβατικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπεμβατικοίεπεμβατικέςεπεμβατικά
Γενικήεπεμβατικώνεπεμβατικώνεπεμβατικών
Αιτιατικήεπεμβατικούςεπεμβατικέςεπεμβατικά
Κλητικήεπεμβατικοίεπεμβατικέςεπεμβατικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →