επεμβατικός
•
- που έχει σχέση με επέμβαση, συντελεί ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επεμβατικός < επεμβαίνω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επεμβατικός | επεμβατική | επεμβατικό |
| Γενική | επεμβατικού | επεμβατικής | επεμβατικού |
| Αιτιατική | επεμβατικό | επεμβατική | επεμβατικό |
| Κλητική | επεμβατικέ | επεμβατική | επεμβατικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επεμβατικοί | επεμβατικές | επεμβατικά |
| Γενική | επεμβατικών | επεμβατικών | επεμβατικών |
| Αιτιατική | επεμβατικούς | επεμβατικές | επεμβατικά |
| Κλητική | επεμβατικοί | επεμβατικές | επεμβατικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →