επεμβαίνω
•
- ενεργώ προκειμένου να αλλάξω ή να επηρεάσω κάτι (μια κατάσταση κ.λπ.) Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηαναμειγνύομαι σε ξένες υποθέσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επεμβαίνω < αρχαία ελληνική ἐπεμβαίνω < ἐπί + ἐμβαίνω < ἐν + βαίνω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική intervenir)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επεμβαίνω | επεμβαίνεις | επεμβαίνει | επεμβαίνουμε | επεμβαίνετε | επεμβαίνουν / επεμβαίνουνε |
| Παρατατικός | επενέβαινα | επενέβαινες | επενέβαινε | επεμβαίναμε | επεμβαίνατε | επεμβαίναν / επεμβαίνανε / επενέβαιναν |
| Αόριστος | επενέβην | επενέβης | επενέβη | επεμβήκαμε | επεμβήκατε | επενέβησαν |
| Μέλλοντας | θα επέμβω / θα επεμβαίνω | θα επέμβεις / θα επεμβαίνεις | θα επέμβει / θα επεμβαίνει | θα επέμβουμε / θα επεμβαίνουμε | θα επέμβετε / θα επεμβαίνετε | θα επέμβουν / θα επεμβαίνουν / θα επεμβαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω επέμβει | έχεις επέμβει | έχει επέμβει | έχουμε επέμβει | έχετε επέμβει | έχουν επέμβει |
| Υπερσυντέλικος | είχα επέμβει | είχες επέμβει | είχε επέμβει | είχαμε επέμβει | είχατε επέμβει | είχαν επέμβει |
| Υποτακτική | να έχω επέμβει / να επέμβω / να επεμβαίνω | να έχεις επέμβει / να επέμβεις / να επεμβαίνεις | να έχει επέμβει / να επέμβει / να επεμβαίνει | να έχουμε επέμβει / να επέμβουμε / να επεμβαίνουμε | να έχετε επέμβει / να επέμβετε / να επεμβαίνετε | να έχουν επέμβει / να επέμβουν / να επεμβαίνουν / να επεμβαίνουνε |
| Προστακτική | — | επενέβαινε | — | — | επέμβετε / επεμβαίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →