Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επεμβαίνω

ρήμα
•
  1. ενεργώ προκειμένου να αλλάξω ή να επηρεάσω κάτι (μια κατάσταση κ.λπ.) Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηαναμειγνύομαι σε ξένες υποθέσεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επεμβαίνω < αρχαία ελληνική ἐπεμβαίνω < ἐπί + ἐμβαίνω < ἐν + βαίνω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική intervenir)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεπεμβαίνωεπεμβαίνειςεπεμβαίνειεπεμβαίνουμεεπεμβαίνετεεπεμβαίνουν / επεμβαίνουνε
Παρατατικόςεπενέβαιναεπενέβαινεςεπενέβαινεεπεμβαίναμεεπεμβαίνατεεπεμβαίναν / επεμβαίνανε / επενέβαιναν
Αόριστοςεπενέβηνεπενέβηςεπενέβηεπεμβήκαμεεπεμβήκατεεπενέβησαν
Μέλλονταςθα επέμβω / θα επεμβαίνωθα επέμβεις / θα επεμβαίνειςθα επέμβει / θα επεμβαίνειθα επέμβουμε / θα επεμβαίνουμεθα επέμβετε / θα επεμβαίνετεθα επέμβουν / θα επεμβαίνουν / θα επεμβαίνουνε
Παρακείμενοςέχω επέμβειέχεις επέμβειέχει επέμβειέχουμε επέμβειέχετε επέμβειέχουν επέμβει
Υπερσυντέλικοςείχα επέμβειείχες επέμβειείχε επέμβειείχαμε επέμβειείχατε επέμβειείχαν επέμβει
Υποτακτικήνα έχω επέμβει / να επέμβω / να επεμβαίνωνα έχεις επέμβει / να επέμβεις / να επεμβαίνειςνα έχει επέμβει / να επέμβει / να επεμβαίνεινα έχουμε επέμβει / να επέμβουμε / να επεμβαίνουμενα έχετε επέμβει / να επέμβετε / να επεμβαίνετενα έχουν επέμβει / να επέμβουν / να επεμβαίνουν / να επεμβαίνουνε
Προστακτική—επενέβαινε——επέμβετε / επεμβαίνετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →