επεμβατισμός
•
- πολιτικήη επέμβαση ενός κράτους στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων κρατών ή η σχετική τάση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επεμβατισμός < επεμβατικός + -ισμός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική interventionisme)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επεμβατισμός | επεμβατισμοί |
| Γενική | επεμβατισμού | επεμβατισμών |
| Αιτιατική | επεμβατισμό | επεμβατισμούς |
| Κλητική | επεμβατισμέ | επεμβατισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →