επευφημώ
•
- φωνάζω ή κραυγάζω μ’ ενθουσιασμό, προκειμένου να επιδοκιμάσω κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επευφημώ < αρχαία ελληνική ἐπευφημέω / ἐπευφημῶ < εὐφημέω < εὔφημος < εὖ + φήμη
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επευφημώ | επευφημείς | επευφημεί | επευφημούμε | επευφημείτε | επευφημούν / επευφημούνε |
| Παρατατικός | επευφημούσα | επευφημούσες | επευφημούσε | επευφημούσαμε | επευφημούσατε | επευφημούσαν / επευφημούσανε |
| Αόριστος | επευφήμησα | επευφήμησες | επευφήμησε | επευφημήσαμε | επευφημήσατε | επευφήμησαν / επευφημήσαν / επευφημήσανε |
| Μέλλοντας | θα επευφημήσω / θα επευφημώ | θα επευφημήσεις / θα επευφημείς | θα επευφημήσει / θα επευφημεί | θα επευφημήσουμε / θα επευφημούμε | θα επευφημήσετε / θα επευφημείτε | θα επευφημήσουν / θα επευφημήσουνε / θα επευφημούν / θα επευφημούνε |
| Παρακείμενος | έχω επευφημήσει | έχεις επευφημήσει | έχει επευφημήσει | έχουμε επευφημήσει | έχετε επευφημήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επευφημήσει | είχες επευφημήσει | είχε επευφημήσει | είχαμε επευφημήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επευφημήσει / να επευφημήσω / να επευφημώ | να έχεις επευφημήσει / να επευφημήσεις / να επευφημείς | να έχει επευφημήσει / να επευφημήσει / να επευφημεί | να έχουμε επευφημήσει / να επευφημήσουμε / να επευφημούμε | να έχετε επευφημήσει / να επευφημήσετε / να επευφημείτε | να επευφημήσουν / να επευφημήσουνε / να επευφημούν / να επευφημούνε |
| Προστακτική | — | επευφήμει / επευφήμησε | — | — | επευφημήστε / επευφημείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →