φήμη
•
- διάδοση, λόγια που διαδίδονται από στόμα σε στόμα χωρίς να είναι διασταυρωμένα Βικιλεξικό
- ακούγονται φήμες για ανασχηματισμό της κυβέρνησης
- η εντύπωση που επικρατεί στους άλλους ανθρώπους για το χαρακτήρα και την ποιότητα κάποιου, το καλό ή κακό "όνομα" που έχει αποκτήσει κάποιος Βικιλεξικό
- η διασημότητα, το να είναι κανείς φημισμένος, διάσημος Βικιλεξικό
- θρησκείαη φήμη του αρχιερέως, απαγγελία του ονόματος και του εκκλησιαστικού τίτλου, που φέρει ένας αρχιερέας, όταν αυτός προΐσταται αρχιερατικής λειτουργίας Βικιλεξικό
- … τοῦ Σεβασμιωτάτου καὶ θεοπροβλήτου Μητροπολίτου τῆς ἁγιωτάτης Μητροπόλεως …, (Ὑπερτίμου καὶ Ἐξάρχου …), ἡμῶν δὲ πατρὸς καὶ ποιμενάρχου* / ἱεράρχου**, πολλὰ τὰ ἔτη. (*εντός της επαρχίας του / **εκτός της επαρχίας του)
Ετυμολογία
φήμη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φήμη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φήμη | φήμες |
| Γενική | φήμης | φημών |
| Αιτιατική | φήμη | φήμες |
| Κλητική | φήμη | φήμες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →