επιβίβαση
•
- η είσοδος ενός επιβάτη σε ένα μέσο μεταφοράς (αεροπλάνο, τρένο, λεωφορείο, κ.α.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιβίβαση < επιβιβάζω + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επιβίβαση | επιβιβάσεις |
| Γενική | επιβίβασης | επιβιβάσεων |
| Αιτιατική | επιβίβαση | επιβιβάσεις |
| Κλητική | επιβίβαση | επιβιβάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →