επιβίωση
•
- η διατήρηση της ζωής μέσα σε αντίξοες συνθήκες Βικιλεξικό
- η επιβίωση ενός σπάνιου είδους ζώου
- δουλεύω για να κερδίσω όσα χρειάζονται για την επιβίωση της οικογένειάς μου
- μεταφορικάη συνέχιση της ύπαρξης, το να επιζεί κάποιος Βικιλεξικό
- η επιβίωση των εθίμων
- η οικονομική επιβίωση μιας επιχείρησης
Ετυμολογία
επιβίωση < (επιβιώνω) επιβιω- + -ση. Αναλύεται σε επι- + βιω- + ση. Δείτε και το αρχαία ελληνική ἐπιβιόω < ἐπί + βιόω / βιῶ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επιβίωση | επιβιώσεις |
| Γενική | επιβίωσης | επιβιώσεων |
| Αιτιατική | επιβίωση | επιβιώσεις |
| Κλητική | επιβίωση | επιβιώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →