οδηγός
•
- αυτός/αυτή που προπορεύεται σε μια πορεία δείχνοντας στους άλλους το δρόμο Βικιλεξικό
- (μεταφορικά) αυτός ή αυτό που καθοδηγεί σε μια πορεία
- επάγγελμααυτός/αυτή που οδηγεί ένα όχημα Βικιλεξικό
- ασυνείδητος οδηγός, αφού παρέσυρε και τραυμάτισε πεζό, εγκατέλειψε αβοήθητο το θύμα
- την έχει σαν βασίλισσα! Με δικό της αυτοκίνητο, δούλες και παραδουλεύτρες, να'χει ράφτρες και κομμώτριες να την επισκέπτονται στο σπίτι, και δικό της οδηγό, ένα λεβεντόπαιδο (Χάρης Κ. Μεττής, Τα Κοράκια του Πόρτο Ράφτη και Άλλα Διηγήματα, εκδ. Ακακία, 2013)
- μέλος του κινήματος του οδηγισμού Βικιλεξικό
- κείμενο, βιβλίο, εγχειρίδιο κλπ που περιέχει αναλυτικές πληροφορίες, συμβουλές, υποδείξεις, οδηγίες σχετικά με ένα θέμα Βικιλεξικό
- χρυσός οδηγός, ταξιδιωτικός οδηγός, οδηγός σύνταξης ιστοσελίδων
- εξάρτημα ή τμήμα μηχανισμού που κατευθύνει την κίνηση των κινούμενων μερών του Βικιλεξικό
- ο οδηγός του φερμουάρ, ο οδηγός του συρταριού
- υλικό υπολογιστήdrive: συσκευή που αναλαμβάνει την εγγραφή και ανάγνωση από αφαιρούμενο αποθηκευτικό μέσο Βικιλεξικό
- οδηγός δισκέτας, οδηγός οπτικού δίσκου
- υλικό υπολογιστήdrive: συσκευή που αναλαμβάνει την εγγραφή και ανάγνωση από ενσωματωμένο και μη αφαιρούμενο αποθηκευτικό μέσο Βικιλεξικό
- οδηγός σκληρού δίσκου (HDD), οδηγός στερεάς κατάστασης (SSD)
- πληροφορικήdriver: βλ. συνώνυμο πρόγραμμα οδήγησης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οδηγός < αρχαία ελληνική ὁδηγός < ὁδός + ἄγω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οδηγός | οδηγοί |
| Γενική | οδηγού | οδηγών |
| Αιτιατική | οδηγό | οδηγούς |
| Κλητική | οδηγέ | οδηγοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →