επιβεβαιωτικός
•
- που έχει σχέση με επιβεβαίωση, συμβάλλει ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιβεβαιωτικός < επιβεβαιώνω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επιβεβαιωτικός | επιβεβαιωτική | επιβεβαιωτικό |
| Γενική | επιβεβαιωτικού | επιβεβαιωτικής | επιβεβαιωτικού |
| Αιτιατική | επιβεβαιωτικό | επιβεβαιωτική | επιβεβαιωτικό |
| Κλητική | επιβεβαιωτικέ | επιβεβαιωτική | επιβεβαιωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επιβεβαιωτικοί | επιβεβαιωτικές | επιβεβαιωτικά |
| Γενική | επιβεβαιωτικών | επιβεβαιωτικών | επιβεβαιωτικών |
| Αιτιατική | επιβεβαιωτικούς | επιβεβαιωτικές | επιβεβαιωτικά |
| Κλητική | επιβεβαιωτικοί | επιβεβαιωτικές | επιβεβαιωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →