Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιβεβαιώνω

ρήμα
•
  1. βεβαιώνω, πιστοποιώ Βικιλεξικό
  2. επαληθεύω Βικιλεξικό
    • Αυτό, πιστεύουμε, είναι μια βασική διαφορά και επιβεβαιώνει τις υποψίες μας για ωραιοποίηση των ποικίλων καταστάσεων που βιώνει το παιδί. Αυτή βέβαια η ωραιοποίηση δεν είναι χωρίς κινδύνους, εφόσον δημιουργεί μια επίπλαστη και ιδεατή εικόνα για τον κόσμο στον οποίο ζούμε. (Γεώργιος Δ. Παπαντωνάκης, Κώδικες και αφηγηματικά προγράμματα σε κείμενα της παιδικής λογοτεχνίας, εκδ. Πατάκη, 1999, σελ. 33)

Ετυμολογία

επιβεβαιώνω < αρχαία ελληνική ἐπιβεβαιῶ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεπιβεβαιώνωεπιβεβαιώνειςεπιβεβαιώνειεπιβεβαιώνουμεεπιβεβαιώνετεεπιβεβαιώνουν / επιβεβαιώνουνε
Παρατατικόςεπιβεβαίωναεπιβεβαίωνεςεπιβεβαίωνεεπιβεβαιώναμεεπιβεβαιώνατεεπιβεβαίωναν / επιβεβαιώναν / επιβεβαιώνανε
Αόριστοςεπιβεβαίωσαεπιβεβαίωσεςεπιβεβαίωσεεπιβεβαιώσαμεεπιβεβαιώσατεεπιβεβαίωσαν / επιβεβαιώσαν / επιβεβαιώσανε
Μέλλονταςθα επιβεβαιώνω / θα επιβεβαιώσωθα επιβεβαιώνεις / θα επιβεβαιώσειςθα επιβεβαιώνει / θα επιβεβαιώσειθα επιβεβαιώνουμε / θα επιβεβαιώσουμεθα επιβεβαιώνετε / θα επιβεβαιώσετεθα επιβεβαιώνουν / θα επιβεβαιώνουνε / θα επιβεβαιώσουν / θα επιβεβαιώσουνε
Παρακείμενοςέχω επιβεβαιώσειέχεις επιβεβαιώσειέχει επιβεβαιώσειέχουμε επιβεβαιώσειέχετε επιβεβαιώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα επιβεβαιώσειείχες επιβεβαιώσειείχε επιβεβαιώσειείχαμε επιβεβαιώσει——
Υποτακτικήνα έχω επιβεβαιώσει / να επιβεβαιώνω / να επιβεβαιώσωνα έχεις επιβεβαιώσει / να επιβεβαιώνεις / να επιβεβαιώσειςνα έχει επιβεβαιώσει / να επιβεβαιώνει / να επιβεβαιώσεινα έχουμε επιβεβαιώσει / να επιβεβαιώνουμε / να επιβεβαιώσουμενα έχετε επιβεβαιώσει / να επιβεβαιώνετε / να επιβεβαιώσετενα επιβεβαιώνουν / να επιβεβαιώνουνε / να επιβεβαιώσουν / να επιβεβαιώσουνε
Προστακτική—επιβεβαίωνε / επιβεβαίωσε——επιβεβαιώνετε / επιβεβαιώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →