επιβεβαίωση
•
- η εκ νέου βεβαίωση, για λόγους ασφαλείας ή μετά την ύπαρξη αμφιβολιών Βικιλεξικό
- Χρειάζομαι επιβεβαίωση για την κράτηση του δωματίου στο ξενοδοχείο.
- η απόδειξη ότι κάτι είναι αληθινό, επαλήθευση Βικιλεξικό
- Η επιτυχία αυτή ήταν η επιβεβαίωση των ελπίδων μας.
Ετυμολογία
επιβεβαίωση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπιβεβαίω(σις) + -ση < ἐπιβεβαιόω/ἐπιβεβαιῶ. Μορφολογικά αναλύεται σε επι- + βεβαίωση. → δείτε τη λέξη βέβαιος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επιβεβαίωση | επιβεβαιώσεις |
| Γενική | επιβεβαίωσης | επιβεβαιώσεων |
| Αιτιατική | επιβεβαίωση | επιβεβαιώσεις |
| Κλητική | επιβεβαίωση | επιβεβαιώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →