Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιβοηθώ

ρήμα
•
  1. λόγιοβοηθώ επιπρόσθετα, συμπληρωματικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επιβοηθώ < αρχαία ελληνική ἐπιβοηθέω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεπιβοηθάω / επιβοηθώεπιβοηθάς / επιβοηθείςεπιβοηθά / επιβοηθάει / επιβοηθείεπιβοηθάμε / επιβοηθούμεεπιβοηθάτε / επιβοηθείτεεπιβοηθάν / επιβοηθάνε / επιβοηθούν / επιβοηθούνε
Παρατατικόςεπιβοήθαγα / επιβοηθούσαεπιβοήθαγες / επιβοηθούσεςεπιβοήθαγε / επιβοηθούσεεπιβοηθάγαμε / επιβοηθούσαμεεπιβοηθάγατε / επιβοηθούσατεεπιβοήθαγαν / επιβοηθάγανε / επιβοηθούσαν / επιβοηθούσανε
Αόριστοςεπιβοήθησαεπιβοήθησεςεπιβοήθησεεπιβοηθήσαμεεπιβοηθήσατε—
Μέλλονταςθα επιβοηθάω / θα επιβοηθήσω / θα επιβοηθώθα επιβοηθάς / θα επιβοηθήσεις / θα επιβοηθείςθα επιβοηθά / θα επιβοηθάει / θα επιβοηθήσει / θα επιβοηθείθα επιβοηθάμε / θα επιβοηθήσουμε / θα επιβοηθούμεθα επιβοηθάτε / θα επιβοηθήσετε / θα επιβοηθείτεθα επιβοηθάν / θα επιβοηθάνε / θα επιβοηθούν / θα επιβοηθούνε
Υποτακτικήνα επιβοηθάω / να επιβοηθήσω / να επιβοηθώνα επιβοηθάς / να επιβοηθήσεις / να επιβοηθείςνα επιβοηθά / να επιβοηθάει / να επιβοηθήσει / να επιβοηθείνα επιβοηθάμε / να επιβοηθήσουμε / να επιβοηθούμενα επιβοηθάτε / να επιβοηθήσετε / να επιβοηθείτενα επιβοηθάν / να επιβοηθάνε / να επιβοηθούν / να επιβοηθούνε
Προστακτική—επιβοήθα / επιβοήθαγε / επιβοήθησε——επιβοηθάτε / επιβοηθείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →