Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιβραδυντικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με επιβράδυνση, συμβάλλει ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επιβραδυντικός < επιβραδύνω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιβραδυντικόςεπιβραδυντικήεπιβραδυντικό
Γενικήεπιβραδυντικούεπιβραδυντικήςεπιβραδυντικού
Αιτιατικήεπιβραδυντικόεπιβραδυντικήεπιβραδυντικό
Κλητικήεπιβραδυντικέεπιβραδυντικήεπιβραδυντικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιβραδυντικοίεπιβραδυντικέςεπιβραδυντικά
Γενικήεπιβραδυντικώνεπιβραδυντικώνεπιβραδυντικών
Αιτιατικήεπιβραδυντικούςεπιβραδυντικέςεπιβραδυντικά
Κλητικήεπιβραδυντικοίεπιβραδυντικέςεπιβραδυντικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →