επιβραδυντικός
•
- που έχει σχέση με επιβράδυνση, συμβάλλει ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιβραδυντικός < επιβραδύνω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επιβραδυντικός | επιβραδυντική | επιβραδυντικό |
| Γενική | επιβραδυντικού | επιβραδυντικής | επιβραδυντικού |
| Αιτιατική | επιβραδυντικό | επιβραδυντική | επιβραδυντικό |
| Κλητική | επιβραδυντικέ | επιβραδυντική | επιβραδυντικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επιβραδυντικοί | επιβραδυντικές | επιβραδυντικά |
| Γενική | επιβραδυντικών | επιβραδυντικών | επιβραδυντικών |
| Αιτιατική | επιβραδυντικούς | επιβραδυντικές | επιβραδυντικά |
| Κλητική | επιβραδυντικοί | επιβραδυντικές | επιβραδυντικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →