επιγονάτιο
•
- εκκλησιαστικός όροςεπισκοπικό άμφιο με ρομβοειδές σχήμα που κρέμεται και ακουμπά στο γόνατο του επισκόπου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιγονάτιο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἐπιγονάτιον < ἐπί + ελληνιστική κοινή γονάτιον < αρχαία ελληνική γόνυ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ǵónu
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επιγονάτιο | επιγονάτια |
| Γενική | επιγονάτιου / επιγονατίου | επιγονατίων |
| Αιτιατική | επιγονάτιο | επιγονάτια |
| Κλητική | επιγονάτιο | επιγονάτια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →