επιδίωξη
•
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επιδιώκω· σκοπός, στόχος (συνήθως στον πληθυντικό) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιδίωξη < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐπιδίωξις (συγχρονικά αναλύεται σε επι- + δίωξη)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επιδίωξη | επιδιώξεις |
| Γενική | επιδίωξης | επιδιώξεων |
| Αιτιατική | επιδίωξη | επιδιώξεις |
| Κλητική | επιδίωξη | επιδιώξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →