επιδημιολόγος
•
- παλαιότεραο/η επιστήμονας που μελετούσε τις επιδημίες Βικιλεξικό
- ιατρικήειδικός της υγείας ο οποίος αναλύοντας στατιστικά δεδομένα, μελετά την πορεία και εξέλιξη όλων των νόσων και όχι αποκλειστικά των λοιμωδών, καθώς και την πορεία θεραπειών ή άλλων ζωτικών στοιχείων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιδημιολόγος < επιδημί(α) + -ο- + -λόγος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επιδημιολόγος | επιδημιολόγοι |
| Γενική | επιδημιολόγου | επιδημιολόγων |
| Αιτιατική | επιδημιολόγο | επιδημιολόγους |
| Κλητική | επιδημιολόγε | επιδημιολόγοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →