επιδημώ
•
- λόγιομένω (μόνιμα) σε κάποιο τόπο Βικιλεξικό
- ιατρικήεμφανίζομαι με επιδημία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιδημώ < αρχαία ελληνική ἐπιδημέω / ἐπιδημῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επιδημώ | επιδημείς | επιδημεί | επιδημούμε | επιδημείτε | επιδημούν / επιδημούνε |
| Παρατατικός | επιδημούσα | επιδημούσες | επιδημούσε | επιδημούσαμε | επιδημούσατε | επιδημούσαν / επιδημούσανε |
| Αόριστος | επιδήμησα | επιδήμησες | επιδήμησε | επιδημήσαμε | επιδημήσατε | επιδήμησαν / επιδημήσαν / επιδημήσανε |
| Μέλλοντας | θα επιδημήσω / θα επιδημώ | θα επιδημήσεις / θα επιδημείς | θα επιδημήσει / θα επιδημεί | θα επιδημήσουμε / θα επιδημούμε | θα επιδημήσετε / θα επιδημείτε | θα επιδημήσουν / θα επιδημήσουνε / θα επιδημούν / θα επιδημούνε |
| Παρακείμενος | έχω επιδημήσει | έχεις επιδημήσει | έχει επιδημήσει | έχουμε επιδημήσει | έχετε επιδημήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επιδημήσει | είχες επιδημήσει | είχε επιδημήσει | είχαμε επιδημήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επιδημήσει / να επιδημήσω / να επιδημώ | να έχεις επιδημήσει / να επιδημήσεις / να επιδημείς | να έχει επιδημήσει / να επιδημήσει / να επιδημεί | να έχουμε επιδημήσει / να επιδημήσουμε / να επιδημούμε | να έχετε επιδημήσει / να επιδημήσετε / να επιδημείτε | να επιδημήσουν / να επιδημήσουνε / να επιδημούν / να επιδημούνε |
| Προστακτική | — | επιδήμει / επιδήμησε | — | — | επιδημήστε / επιδημείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →