παρεπιδημώ
•
- λόγιομένω προσωρινά σε κάποιο τόπο, άλλον απ’ αυτόν της μόνιμης κατοικίας μου, είμαι περαστικός από κάποιο μέρος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρεπιδημώ < αρχαία ελληνική παρεπιδημῶ < παρά + ἐπιδημέω / ἐπιδημῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παρεπιδημώ | παρεπιδημείς | παρεπιδημεί | παρεπιδημούμε | παρεπιδημείτε | παρεπιδημούν / παρεπιδημούνε |
| Παρατατικός | παρεπιδημούσα | παρεπιδημούσες | παρεπιδημούσε | παρεπιδημούσαμε | παρεπιδημούσατε | παρεπιδημούσαν / παρεπιδημούσανε |
| Αόριστος | παρεπιδήμησα | παρεπιδήμησες | παρεπιδήμησε | παρεπιδημήσαμε | παρεπιδημήσατε | παρεπιδήμησαν / παρεπιδημήσαν / παρεπιδημήσανε |
| Μέλλοντας | θα παρεπιδημήσω / θα παρεπιδημώ | θα παρεπιδημήσεις / θα παρεπιδημείς | θα παρεπιδημήσει / θα παρεπιδημεί | θα παρεπιδημήσουμε / θα παρεπιδημούμε | θα παρεπιδημήσετε / θα παρεπιδημείτε | θα παρεπιδημήσουν / θα παρεπιδημήσουνε / θα παρεπιδημούν / θα παρεπιδημούνε |
| Παρακείμενος | έχω παρεπιδημήσει | έχεις παρεπιδημήσει | έχει παρεπιδημήσει | έχουμε παρεπιδημήσει | έχετε παρεπιδημήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παρεπιδημήσει | είχες παρεπιδημήσει | είχε παρεπιδημήσει | είχαμε παρεπιδημήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παρεπιδημήσει / να παρεπιδημήσω / να παρεπιδημώ | να έχεις παρεπιδημήσει / να παρεπιδημήσεις / να παρεπιδημείς | να έχει παρεπιδημήσει / να παρεπιδημήσει / να παρεπιδημεί | να έχουμε παρεπιδημήσει / να παρεπιδημήσουμε / να παρεπιδημούμε | να έχετε παρεπιδημήσει / να παρεπιδημήσετε / να παρεπιδημείτε | να παρεπιδημήσουν / να παρεπιδημήσουνε / να παρεπιδημούν / να παρεπιδημούνε |
| Προστακτική | — | παρεπιδήμει / παρεπιδήμησε | — | — | παρεπιδημήστε / παρεπιδημείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →