διορθώνω
•
- δείχνω σε κάποιον ένα λάθος υποδεικνύοντας το σωστό ή αντικαθιστώντας το με το σωστό Βικιλεξικό
- «Όχι κάτω από τη μύτη τους, γιαγιά, κάτω από τα πόδια τους», τη διόρθωσα εγώ ρουφώντας τη δική μου μύτη, που είχε βουλώσει από το κλάμα, κι η γιαγιά μου γέλασε πολύ και με είπε «παμπόνηρη αλεπού» κι «εξυπνοπούλι, αετόπουλο». (Ελένη Τασοπούλου, Το λουζεράκι, εκδ. Καστανιώτη, 2020)
- αλλάζω επιτυχώς κάποια πράγματα σε μια κατάσταση, ώστε να υπάρχει θετική εξέλιξη Βικιλεξικό
- βελτιώνω κάποιον άνθρωπο, αφαιρώντας ή μειώνοντας τα αρνητικά στοιχεία του χαρακτήρα του Βικιλεξικό
- βελτιώνω Βικιλεξικό
- επισκευάζω Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: επιδιορθώνω
Ετυμολογία
διορθώνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διορθ(ῶ), συνηρημένος τύπος του διορθόω + -ώνω < διά (δι-) + ὀρθόω / ὀρθῶ < ὀρθός
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διορθώνω | διορθώνεις | διορθώνει | διορθώνουμε | διορθώνετε | διορθώνουν / διορθώνουνε |
| Παρατατικός | διόρθωνα | διόρθωνες | διόρθωνε | διορθώναμε | διορθώνατε | διορθώναν / διορθώνανε / διόρθωναν |
| Αόριστος | διόρθωσα | διόρθωσες | διόρθωσε | διορθώσαμε | διορθώσατε | διορθώσαν / διορθώσανε / διόρθωσαν |
| Μέλλοντας | θα διορθώνω / θα διορθώσω | θα διορθώνεις / θα διορθώσεις | θα διορθώνει / θα διορθώσει | θα διορθώνουμε / θα διορθώσουμε | θα διορθώνετε / θα διορθώσετε | θα διορθώνουν / θα διορθώνουνε / θα διορθώσουν / θα διορθώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διορθώσει | έχεις διορθώσει | έχει διορθώσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διορθώσει | είχες διορθώσει | είχε διορθώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διορθώσει / να διορθώνω / να διορθώσω | να έχεις διορθώσει / να διορθώνεις / να διορθώσεις | να έχει διορθώσει / να διορθώνει / να διορθώσει | να διορθώνουμε / να διορθώσουμε | να διορθώνετε / να διορθώσετε | να διορθώνουν / να διορθώνουνε / να διορθώσουν / να διορθώσουνε |
| Προστακτική | — | έχε διορθωμένο / διόρθωνε / διόρθωσε | — | — | διορθώνετε / διορθώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
διορθώθηκαδιορθώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →