Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διορθώνω

/ði̯oɾˈθo.no/ρήμα
•
  1. δείχνω σε κάποιον ένα λάθος υποδεικνύοντας το σωστό ή αντικαθιστώντας το με το σωστό Βικιλεξικό
    • «Όχι κάτω από τη μύτη τους, γιαγιά, κάτω από τα πόδια τους», τη διόρθωσα εγώ ρουφώντας τη δική μου μύτη, που είχε βουλώσει από το κλάμα, κι η γιαγιά μου γέλασε πολύ και με είπε «παμπόνηρη αλεπού» κι «εξυπνοπούλι, αετόπουλο». (Ελένη Τασοπούλου, Το λουζεράκι, εκδ. Καστανιώτη, 2020)
  2. αλλάζω επιτυχώς κάποια πράγματα σε μια κατάσταση, ώστε να υπάρχει θετική εξέλιξη Βικιλεξικό
  3. βελτιώνω κάποιον άνθρωπο, αφαιρώντας ή μειώνοντας τα αρνητικά στοιχεία του χαρακτήρα του Βικιλεξικό
  4. βελτιώνω Βικιλεξικό
  5. επισκευάζω Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: επιδιορθώνω

Ετυμολογία

διορθώνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διορθ(ῶ), συνηρημένος τύπος του διορθόω + -ώνω < διά (δι-) + ὀρθόω / ὀρθῶ < ὀρθός

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδιορθώνωδιορθώνειςδιορθώνειδιορθώνουμεδιορθώνετεδιορθώνουν / διορθώνουνε
Παρατατικόςδιόρθωναδιόρθωνεςδιόρθωνεδιορθώναμεδιορθώνατεδιορθώναν / διορθώνανε / διόρθωναν
Αόριστοςδιόρθωσαδιόρθωσεςδιόρθωσεδιορθώσαμεδιορθώσατεδιορθώσαν / διορθώσανε / διόρθωσαν
Μέλλονταςθα διορθώνω / θα διορθώσωθα διορθώνεις / θα διορθώσειςθα διορθώνει / θα διορθώσειθα διορθώνουμε / θα διορθώσουμεθα διορθώνετε / θα διορθώσετεθα διορθώνουν / θα διορθώνουνε / θα διορθώσουν / θα διορθώσουνε
Παρακείμενοςέχω διορθώσειέχεις διορθώσειέχει διορθώσει———
Υπερσυντέλικοςείχα διορθώσειείχες διορθώσειείχε διορθώσει———
Υποτακτικήνα έχω διορθώσει / να διορθώνω / να διορθώσωνα έχεις διορθώσει / να διορθώνεις / να διορθώσειςνα έχει διορθώσει / να διορθώνει / να διορθώσεινα διορθώνουμε / να διορθώσουμενα διορθώνετε / να διορθώσετενα διορθώνουν / να διορθώνουνε / να διορθώσουν / να διορθώσουνε
Προστακτική—έχε διορθωμένο / διόρθωνε / διόρθωσε——διορθώνετε / διορθώστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

διορθώθηκαδιορθώνομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →