επιζήτηση
•
- λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επιζητώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιζήτηση < αρχαία ελληνική ἐπιζήτησις < ἐπιζητέω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επιζήτηση | επιζητήσεις |
| Γενική | επιζήτησης | επιζητήσεων |
| Αιτιατική | επιζήτηση | επιζητήσεις |
| Κλητική | επιζήτηση | επιζητήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →