επιζητώ
•
- λόγιοεπιδιώκω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιζητώ < αρχαία ελληνική ἐπιζητέω / ἐπιζητῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επιζητώ | επιζητείς | επιζητεί | επιζητούμε | επιζητείτε | επιζητούν / επιζητούνε |
| Παρατατικός | επιζητούσα | επιζητούσες | επιζητούσε | επιζητούσαμε | επιζητούσατε | επιζητούσαν / επιζητούσανε |
| Αόριστος | επιζήτησα | επιζήτησες | επιζήτησε | επιζητήσαμε | επιζητήσατε | επιζήτησαν / επιζητήσαν / επιζητήσανε |
| Μέλλοντας | θα επιζητήσω / θα επιζητώ | θα επιζητήσεις / θα επιζητείς | θα επιζητήσει / θα επιζητεί | θα επιζητήσουμε / θα επιζητούμε | θα επιζητήσετε / θα επιζητείτε | θα επιζητήσουν / θα επιζητήσουνε / θα επιζητούν / θα επιζητούνε |
| Παρακείμενος | έχω επιζητήσει | έχεις επιζητήσει | έχει επιζητήσει | έχουμε επιζητήσει | έχετε επιζητήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επιζητήσει | είχες επιζητήσει | είχε επιζητήσει | είχαμε επιζητήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επιζητήσει / να επιζητήσω / να επιζητώ | να έχεις επιζητήσει / να επιζητήσεις / να επιζητείς | να έχει επιζητήσει / να επιζητήσει / να επιζητεί | να έχουμε επιζητήσει / να επιζητήσουμε / να επιζητούμε | να έχετε επιζητήσει / να επιζητήσετε / να επιζητείτε | να επιζητήσουν / να επιζητήσουνε / να επιζητούν / να επιζητούνε |
| Προστακτική | — | επιζήτει / επιζήτησε | — | — | επιζητήστε / επιζητείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →