Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιθαλάμιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το επιθαλάμιο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επιθαλάμιος < ελληνιστική κοινή ἐπιθᾰλᾰ́μιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιθαλάμιοςεπιθαλάμιαεπιθαλάμιο
Γενικήεπιθαλάμιουεπιθαλάμιαςεπιθαλάμιου
Αιτιατικήεπιθαλάμιοεπιθαλάμιαεπιθαλάμιο
Κλητικήεπιθαλάμιεεπιθαλάμιαεπιθαλάμιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιθαλάμιοιεπιθαλάμιεςεπιθαλάμια
Γενικήεπιθαλάμιωνεπιθαλάμιωνεπιθαλάμιων
Αιτιατικήεπιθαλάμιουςεπιθαλάμιεςεπιθαλάμια
Κλητικήεπιθαλάμιοιεπιθαλάμιεςεπιθαλάμια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →