επιθυμώ
•
- θέλω, αποζητώ Βικιλεξικό
- Θα επιθυμούσα να το έθετες αλλιώς.
- μου λείπει κάτι ή κάποιος Βικιλεξικό
- Το παιδί λείπει στην κατασκήνωση και το επιθύμησα.
Ετυμολογία
επιθυμώ < αρχαία ελληνική ἐπιθυμέω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επιθυμώ | επιθυμείς / επιθύμει | επιθυμεί | επιθυμούμε | επιθυμείτε | επιθυμούν |
| Παρατατικός | επιθυμούσα | επιθυμούσες | επιθυμούσε | επιθυμούσαμε | επιθυμούσατε | επιθυμούσαν |
| Αόριστος | επιθυμήσω / επιθύμησα | επιθυμήσεις / επιθύμησε / επιθύμησες | επιθυμήσει / επιθύμησε | επιθυμήσαμε / επιθυμήσουμε | επιθυμήσατε / επιθυμήσετε / επιθυμήστε | επιθυμήσουν / επιθύμησαν |
| Μέλλοντας | θα επιθυμήσω / θα επιθυμώ | θα επιθυμήσεις / θα επιθυμείς | θα επιθυμήσει / θα επιθυμεί | θα επιθυμήσουμε / θα επιθυμούμε | θα επιθυμήσετε / θα επιθυμείτε | θα επιθυμήσουν / θα επιθυμούν |
| Παρακείμενος | έχω επιθυμήσει | έχεις επιθυμήσει | έχει επιθυμήσει | έχουμε επιθυμήσει | έχετε επιθυμήσει | έχουν επιθυμήσει |
| Υπερσυντέλικος | είχα επιθυμήσει | είχες επιθυμήσει | είχε επιθυμήσει | είχαμε επιθυμήσει | είχατε επιθυμήσει | είχαν επιθυμήσει |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →